Δίπλα στ’ αμπέλια ο πιστικός αγρύπναε κι ο δραγάτης ολούθε ο ιδρωμέτωπος κυβέρναγε χωριάτης.  

Άγγελος Σικελιανός, «Αλαφροΐσκιωτος»

 

«Μοναδικό επάγγελμα των Μοδίτων ήταν η καλλιέργεια του αμπελιού τζαι όλα περιστρέφονται γύρω από το ζουμί του αμπελιού». O Γεώργιος Βασιλειάδης, πατέρας του Χριστόδουλου Βασιλειάδη, και υπερήφανο τέκνο του Ομόδους με συμπυκνώνει και μεταδίδει την ουσία της αμπελοοινικής πορείας, ενός ολόκληρου χωριού. Το Όμοδος, γη στην οποία η φύση χαρίζεται γενναιόδωρα, ριγμένο μέσα σε κατάφυτες ορεινές πλαγιές, ποτίστηκε για αιώνες με τον ιδρώτα των φιλότιμων εργατικών κατοίκων της για να φτάσει να γίνει χώρος ταυτόσημος με το ευλογημένο αμπέλι.

Η καλλιέργεια του αμπελιού υπήρξε εκ βάθος χρόνου πρωταρχικό μέλημα των Ομοδιτών και βασική βιοποριστική τους πηγή. Όλα –η ζωή, η εργασία, η σχόλη και η συλλογική μέριμνα– ακολουθούσαν τον ρυθμό που έδινε η φύση, τον κύκλο των εποχών και την αντίστοιχη εξέλιξη του αμπελιού. Βίοι συνυφασμένοι και αλληλένδετοι, αμπέλι και άνθρωπος πορεύτηκαν χέρι-χέρι στο Όμοδος, ένα τόπο που διαχρονικά προσέδιδε νόημα στην οινική παράδοση του νησιού μας.

Το εύοινο Όμοδος χαίρεται αφθονία εύφορων αμπελώνων οι οποίοι απλώνουν τις ρίζες τους στα ξηρά χώματα της περιοχής, απολαμβάνοντας τον ορεινό ήλιο της Μεσογείου. Σε αυτό το σπάνιο μικρόκλιμα η προσωπικότητα του κρασιού αρχίζει να αναπτύσσεται ήδη από τον αμπελώνα και φέρει τη σφραγίδα του. Πέρα όμως από αυτά, ο αμπελουργός είναι αυτός που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ευόδωση της σοδειάς, αφού η καλλιέργεια συνεπάγεται σχέση και σχέση σημαίνει ανταλλαγή αισθημάτων.

Πιο δυνατός σύμμαχος του Ομοδίτικου αμπελιού υπήρξε από βάθος χρόνου οι φιλόπονοι και φιλοπρόοδοι Ομοδίτες, που έδεσαν τις φτέρνες τους με το χώμα των αμπελώνων και πότισαν με μόχθος τις «κουζούπες» των κλημάτων, αναμένοντας σε κάθε τρύγο να δουν μπροστά τους να ζωντανεύει το θαύμα της φύσης. Στο τέλος κάθε καλοκαιριού το αμπέλι, χορτασμένο πια από την καθημερινή φροντίδα που του δίδεται, ανταποδίδει με καρπούς –πότε χρυσοπράσινους και πότε πορφυρούς- την αφοσίωση των καλλιεργητών του, χαρίζοντάς τους απλόχερα το ευλογημένο σταφύλι και αργότερα τον ζείδωρο οίνο.

Μέσα σε αυτή τη μακραίωνη οινική παράδοση του τόπου, ο Γεώργιος Βασιλειάδης, αμπελουργός με ευγενική ψυχή και υποδειγματική συνέπεια, έφτασε να ωριμάσει δίπλα στα αμπέλια του. Επωμιζόμενος μια τεράστια αμπελουργική κληρονομιά, με διευρυμένους οινικούς ορίζοντες και αστείρευτο μεράκι, καλλιεργούσε την μητέρα γη που περήφανα κληροδότησε από τους προγόνους του. Μια στόφα ανθρώπου, αλλιώτικη από τη σημερινή. Εργατικός, ταπεινός και φιλόπατρις νοιαζόταν για την προκοπή του χωριού και την πρόοδο της περιοχής.

Η πορεία ανθρώπου και αμπελιού είναι παράλληλη: «Εκάμναμεν τις δουλειές των αμπελιών και σιγά σιγά μεγαλώναμε» λέει με ειλικρίνεια ο Γεώργιος Βασιλειάδης. Ζυμωμένος με τη σοφία και τη μεστότητα που δίνει η ενασχόληση με τη γη, έσμιξε τη ζωή του με την ευφορία του αμπελιού, πορεύτηκε πλάι του και ανάθρεψε από αυτό μια ολόκληρη οικογένεια. Η μητέρα και τροφός φύση, μετάγγισε όλες τις αισθητικές αξίες που τη χαρακτηρίζουν στον φίλεργο Ομοδίτη αμπελουργό, ο οποίος παιδεύτηκε να διακρίνει και να βιώσει το αισθητικά ωραίο, δίνοντας έτσι ανώτερη ποιότητα στη ζωή του.

Στα πρώτα χρόνια της οινικής του πορείας, με την ορμή της νιότης, ρίχτηκε ανυπόμονα στην καλλιέργεια του αμπελιού. Όντας ακόμα έφηβος, λαχταρούσε να τρυγήσει μονομιάς ολάκερη την τέχνη του οίνου. Γρήγορα όμως ο νεαρός Γεώργιος συνειδητοποίησε πως τον ρυθμό της φύσης δεν τον ορίζει ο άνθρωπος. Έτσι, η ανυπομονησία δεν άργησε να εναλλαχτεί με καρτερικότητα, και ο ενθουσιασμός με στωικότητα. Ο Ομοδίτης αμπελουργός, παιδευμένος από τη σοφία της φύσης, μεταλλάχτηκε σε αληθινό παιδί της γης που τον ανέθρεψε και ανέπτυξε τις αρετές της υπομονής και της εργατικότητας, συστατικά απαραίτητα στη σχέση του αμπελουργού με το αμπέλι του. Μια σχέση δυναμική και αμφίδρομη –σχεδόν ερωτική– όπου το αμπέλι διψά να λάβει τη φροντίδα που του αξίζει από τον άνθρωπο κι αυτός μαθαίνει να το σέβεται και να το δαμάζει.

Σκύβει ο Γεώργιος Βασιλειάδης σιωπηλά, κλαδεύει το κλήμα και περιμένει καρτερικά το ποθητό αποτέλεσμα. Που και που σταματά, γυρίζει το βλέμμα προς το αγαπημένο του χωρίο, στο οποίο στέκει αγέρωχο το καμπαναριό της Μονής του Σταυρού. Εκεί εναποθέτει τις ελπίδες του ο άνθρωπος του Ομόδους, προσεύχεται στον Τίμιο Σταυρό να ευλογήσει το αμπέλι του και να ευοδώσει τη σοδειά. Στη δύση της μέρας, σκουπίζει τον ιδρώτα στο μέτωπο με το ανάποδο της παλάμης του και αναμένει. Ο Θεός τού δίνει αισιοδοξία και ελπίδα να συνεχίσει να αγωνίζεται για το επίπονο αλλά ευλογημένο οινοπαραγωγικό του έργο.

Στο τέλος, τα γυμνά κλαδιά των κλημάτων γεμίζουν με βαριά ώριμα τσαμπιά ανάμεσα σε πυκνά, χρυσοπράσινα φυλλώματα και η καρδιά του αμπελουργού γεμίζει συναισθήματα. Το γινωμένο πια σταφύλι είναι ο ποθητός καρπός των κόπων του. Ρόγα-ρόγα, τσαμπί-τσαμπί, ευχή, προσμονή και λαχτάρα. Αλάθητος δείκτης του κάματου μιας κοινωνίας, το αμπέλι μεγαλουργεί και ανταμείβει του ανθρώπους του Ομόδους με μια πλούσια σοδειά διαλεκτού οίνου, την ευτυχή απόληξη της μακροχρόνιας υπομονής, επιμονής, μόχθου και ευχών. Ο Γεώργιος Βασιλειάδης με συμμάχους του τον Θεό, την οικογένεια αλλά και την προικισμένη γη, κάνει τον σταυρό του και ξεκουράζεται απολαμβάνοντας το μετουσιωμένο γλυκό πιοτό των σταφυλιών του, τον αγαπητό Ομοδίτικο οίνο.

Η αγάπη, η φροντίδα και ο σεβασμός με τον οποίο ο Γεώργιος Βασιλειάδης καλλιεργούσε το αμπέλι του, αποτελεί ζηλευτό παράδειγμα δεσμού του ανθρώπου με την αυτόχθονα γη του και συνάμα μικρογραφεί την περίσσια όρεξη και συνέπεια ολόκληρης της αμπελουργικής κοινότητας του Ομόδους. Σήμερα, η τεχνολογία μπορεί να περιορίζει τον κόπο των ανθρώπων αλλά πήρε μαζί της την αφοσίωση του απλού καλλιεργητή στη γη του, τη χαρά του τρύγου, τις γλυκές παραδόσεις και το μεγαλείο της αυθεντικότητας που έκρυβαν οι παλιότερες εποχές.