Διάφορα χωριά παράγουν τα καλύτερα συνηθισμένα κρασιά, αλλά το Όμοδος, στα νότια του νησιού, περηφανεύεται για τη γεύση των κρασιών του.


Mariti Giovanni, 18th c.

Γύρω στα μέσα του 18ου αι. μ.Χ, ο Ιταλός αββάς και συγγραφέας, Μαρίτι Τζιοβάννι, επισκέφθηκε την Κύπρο. Όπως συνήθιζαν οι περισσότεροι ταξιδιώτες και περιηγητές, κατέγραψε τις εμπειρίες και τις παρατηρήσεις του για το νησί, αναφέροντας όχι μόνο γεωγραφικά και γεωλογικά στοιχεία αλλά και διάφορα ήθη και συνήθειες των κατοίκων της Κύπρου.

Μεταξύ άλλων, ο Ιταλός αββάς που παρέμεινε στο νησί από το 1760 έως και το 1767, αναφέρεται με λεπτομέρεια στον τρύγο καθώς και στην αμπελουργία και τη διαδικασία οινοποίησης στην Κύπρο. Προσθέτοντας τις δικές του απόψεις γύρω από το κυπριακό κρασί, παραδέχεται πως «διάφορα χωριά παράγουν τα καλύτερα συνηθισμένα κρασιά, αλλά το Όμοδος, στα νότια του νησιού, περηφανεύεται για τη γεύση των κρασιών του». Τέτοια ήταν και είναι έως σήμερα η ποιότητα των ομοδίτικων αμπελώνων, που δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από την ευρωπαϊκή οινοπαραγωγή.

Ως ένα από τα σημαντικότερα αμπελοχώρια της Κύπρου, η αμπελουργία ανέκαθεν αποτελούσε την κυριότερη ασχολία των κατοίκων του, κάτι που μαρτυρεί και ο μεσαιωνικός ληνός που βρίσκεται στο χωριό και που αναφέρεται σε έγγραφα του 1469.

Φτάνει μόνο να πλησιάσει κανείς το Όμοδος για να αντιληφθεί την ιδιαίτερη σχέση του χωριού με την αμπελοκαλλιέργεια και την οινοποίηση: οι αναλημματικοί τοίχοι των αμπελιών, οι δομές, που είναι κτισμένοι με ξερολιθιά σε απανωτές σειρές, και οι ζωντανοί χρωματισμοί των φυτών που προβάλλουν μέσα από το χώμα σημαδεύουν το τοπίο προσδίδοντάς του έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Με το ακάματο έργο τους, οι Ομοδίτες δάμασαν την άγρια γη της επαρχίας Λεμεσού μετατρέποντάς την σε ένα μεγάλο αμπελώνα, από τον οποίο εκατοντάδες χρόνια τώρα σκορπίζουν οι μεστωμένες μυρωδιές.

Και ο μύθος που θέλει τον Σελίμ Β’ τον Μέθυσο να αναφώνησε «σ’ αυτό το νησί υπάρχει ένας θησαυρός που μόνο ο βασιλιάς των βασιλέων αξίζει να κατέχει»,  όταν έμαθε για το ζείδωρο κυπριακό νάμα του Ομόδους, αποτελεί αδιάσειστο μάρτυρα της ιστορίας και της ποιότητας των εκλεκτών της αμπελώνων.

Οι ζωηφόρες και μακρόσυρτες ακτίνες του μεσογειακού ήλιου χαρίζονται στους καταπράσινους λόφους, δημιουργώντας αμπέλια εξαίρετης ποιότητας με αρμονικά αρώματα και πλούσια γεύση, που συνεχίζουν έως σήμερα να μαγεύουν τους πιστούς φίλους του κρασιού και να τους μυούν στην ομοδίτικη οινική μαστοριά.

Με περίσσια τέχνη και μεράκι ακολουθώντας τη μακραίωνη παράδοση της ομοδίτικης γης, το Οίνου Γη συμβάλει στην ιστορία και τη συνέχεια του ζείδωρου κρασιού.